надтреснутый - translation to πορτογαλικά
Diclib.com
Λεξικό ChatGPT
Εισάγετε μια λέξη ή φράση σε οποιαδήποτε γλώσσα 👆
Γλώσσα:

Μετάφραση και ανάλυση λέξεων από την τεχνητή νοημοσύνη ChatGPT

Σε αυτήν τη σελίδα μπορείτε να λάβετε μια λεπτομερή ανάλυση μιας λέξης ή μιας φράσης, η οποία δημιουργήθηκε χρησιμοποιώντας το ChatGPT, την καλύτερη τεχνολογία τεχνητής νοημοσύνης μέχρι σήμερα:

  • πώς χρησιμοποιείται η λέξη
  • συχνότητα χρήσης
  • χρησιμοποιείται πιο συχνά στον προφορικό ή γραπτό λόγο
  • επιλογές μετάφρασης λέξεων
  • παραδείγματα χρήσης (πολλές φράσεις με μετάφραση)
  • ετυμολογία

надтреснутый - translation to πορτογαλικά


надтреснутый      
fendido, rachado ; (дребезжащий) trémulo
falhudo adj      
браз надтреснутый
falhudo      
(Браз.) надтреснутый

Ορισμός

надтреснутый
прил.
1) Имеющий небольшую трещину.
2) перен. Дрожащий, дребезжащий (о звуке, голосе и т.п.).
Παραδείγματα από το σώμα κειμένου για надтреснутый
1. Я хотел бы заказать для своей супруги сюрприз, - раздался надтреснутый голос в трубке.
2. У него нервное, усталое лицо, худое, почти невесомое тело, надтреснутый, как будто ломающийся голос.
3. Почти два часа зритель слышит глубокий, "надтреснутый" голос героини Татьяны Бондаревой.
4. Звучал знакомый, мягкий, но как будто слегка надтреснутый внутренним трагизмом голос героя.
5. - "Я бреду своей тропой нехоженой / в странном забытье и полусне", - звучал оттуда надтреснутый басок бритоголового.